Η Πόλη

 

Δεν έσωνε η Ελλάδα μας μονή

…………… την πόλη για να πάρει,

κι αφού την καταφέραμε διπλή

την κράζουν στα μπουγάζια για φανάρι.

Απάνου κάτου και για ψαρτική

το ιστορικό να ψάλει το τροπάρι,

«τη υπερμάχω» κι έτσι λάου-λάου εκεί

με την Αντάντ η αρκούδα να μπουκάρει.

Κατακαημένη Πόλη! τ’ είναι ετούτα

(οπού για σε το Γένος αιώνες τρέμει),

για ενός ψευτομεσσία τη μεσιτεία,

και για μπαξίσι λίγη Μικρασία,

βγαίνοντας αφ’ του Τούρκου το χαρέμι

να γένεις του Χαχόλου Μαντενούτα;

 

[Ο δεύτερος στίχος δίνεται λειψός στο αφιέρωμα του «Νουμά» απ’ όπου πήρα το ποίημα. Γράφτηκε γύρω στο 1915-16, όταν η Αντάντ προσπαθούσε με υποσχέσεις να δελεάσει την Ελλάδα να συμμετάσχει στον πόλεμο, στη μάχη των Δαρδανελίων (στα μπουγάζια). Ο Άβλιχος ήταν αντιρώσος και πίστευε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος ήταν η Ρωσία (ο Χαχόλος). Ψευτομεσσίας είναι ο Βενιζέλος, ενώ Μαντενούτα σημαίνει σπιτωμένη ερωμένη.]

 

* Η ειρωνεία της ιστορίας: Αυτά τα έγραψε ο Άβλιχος το 1915 περίπου, ενώ πέθανε το 1917. Το αφιέρωμα του Νουμά γράφτηκε το 1919 και δημοσιεύτηκε το 1920, μέσα στην ευφορία της Συνθήκης των Σεβρών, και ο αρθρογράφος σε υποσημείωση σχολιάζει: Κρίμα να μη ζούσε σήμερα ο Άβλιχος, να ιδεί πόσο άδικο είχε. Μετά το 1922 ίσως να άλλαξε γνώμη.

 

(Το πήρα από αφιέρωμα του Χ. Αντωνάτου στον Άβλιχο, στο τεύχος αρ. 683 (1920) του περιοδικού «Νουμάς»)

Επιστροφή